κυριακάτικα

κυριακάτικα
επί р р.
1) в воскресенье, в воскресный день; 2) народно, празднично

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "κυριακάτικα" в других словарях:

  • κυριακάτικα — επίρρ. βλ. κυριακάτικος …   Dictionary of Greek

  • κυριακάτικος — η, ο [Κυριακή] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Κυριακή 2. εορτάσιμος, γιορτινός 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα κυριακάτικα τα καλά, τα γιορτινά ρούχα. επίρρ... κυριακάτικα 1. κατά την ημέρα τής Κυριακής («κυριακάτικα κάθησα και δούλεψα») 2.… …   Dictionary of Greek

  • Χέλτσιτσκι, Πετρ — (Chelcicky, Τσέλτσιτσε; γύρω στα 1390 – γύρω στα 1460). Βοημός φιλόσοφος. Φίλος της μοναξιάς και ασκητικός, σε μια εποχή αναστατώσεων και φανατικών παθών, εκφράζει στα πολυάριθμα έργα του, τις βαθύτερες τάσεις της εποχής του, αναλύοντας μια… …   Dictionary of Greek

  • κυριακάτικος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Κυριακή. 2. γιορτάσιμος. 3. ο πληθ. του ουδ. κυριακάτικα, ως ουσ. δηλώνει τα γιορτινά ρούχα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»